Θέματα φιλοσοφικά, επιστημονικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, για τον άνθρωπο. Νευροεπιστήμες, εγκέφαλος,συνείδηση και νοημοσύνη. Νίκος Λυγερός.
Όλες οι ανθρώπινες έννοιες είναι προβολές του ανθρώπινου πνεύματος γι'αυτό σε τελική ανάλυση πολλές φορές είναι απατηλές. Δεν βλέπουμε την πραγματικότητα , την αντιλαμβανόμαστε (όπως νομίζουμε εμείς πως είναι). Ο,τι βλέπουμε είναι μια ερμηνεία της πραγματικότητας, που βασίζεται σε υποκειμενικά, ελαττωματικά ή προκατειλημμένα παραδείγματα. Αυτό έχει επιπτώσεις όχι μόνο στο πώς καταλαβαίνουμε τον κόσμο, αλλά και πώς καταλαβαίνουμε τους ανθρώπους... Όταν κάποτε ρώτησαν τον Ηράκλειτο πώς γνωρίζει όσα γνωρίζει απάντησε: «ερεύνησα τον εαυτό μου». Όμως δεν αρκεί μόνο η αυτογνωσία, χρειάζεται και η εμπάθεια... O Σωκράτης, μέσω της μεθόδου διαλόγου που είχε αναπτύξει, εκμαίευε (εξ ου και Μαιευτική Μέθοδος) από τον συνομιλητή του την αλήθεια/γνώση που είχε μέσα του αλλά δεν γνώριζε. Ο άνθρωπος δε μπορει να αναζητά αυτό που δε γνωρίζει γιατί τότε δεν ξέρει τί να αναζητήσει αλλά ούτε αυτό που γνωρίζει μπορεί να αναζητά γιατί το ξέρει ήδη. Ο άνθρωπος τίποτε νέο δε μαθαίνει, παρά μόνο παίρνει συνείδηση των όσων ήδη γνωρίζει. Η γνώση (μάθηση) είναι ανάμνηση (ενθύμιση) , υπάρχει λοιπόν η ανάμνηση μέσα μας...

Το φιλοσοφικό επιχείρημα και η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης

Το φιλοσοφικό επιχείρημα και η ανάπτυξη της κριτικής - λογικής σκέψης
Η φιλοσοφία δεν είναι κάτι αφηρημένο, προσδοκά να μας μάθει να σκεφτόμαστε, σε μία εποχή που επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο [Plwtinos].


Tης Ελένης Γ. Λεοντσίνη, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας University of Glasgow... Στόχος της ανακοίνωσης αυτής είναι να καταδείξει τη σημασία του φιλοσοφικού στοχασμού, και του φιλοσοφικού επιχειρήματος ειδικότερα, για την καλλιέργεια και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης αλλά και στον καθημερινό βίο γενικότερα. Η συμβολή του φιλοσοφικού λόγου στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης υπήρξε περισσότερο από καθοριστική, αφού η φιλοσοφία, λόγω της ιδιαιτερότητας του γνωστικού αντικειμένου της και μέσω φιλοσοφικών πεδίων, όπως η λογική και η μεθοδολογία, αλλά και μέσω των ποικίλων φιλοσοφικών μεθόδων (σωκρατική απορία, σκεπτική αμφιβολία, ανάλυση-σύνθεση, διαλεκτική, ερμηνευτική, φαινομενολογική αναγωγή, γλωσσανάλυση) όχι απλώς αναπτύσσει την κριτική σκέψη, αλλά ήταν και εξακολουθεί να είναι η πηγή της προέλευσής της. Η φιλοσοφία αποτελεί το φυσικό χώρο ανάπτυξης της κριτικής σκέψης και μας εφοδιάζει με τα απαραίτητα λογικά και μεθοδολογικά εργαλεία ώστε να καταστούμε ικανοί να την καλλιεργήσουμε και να την υιοθετήσουμε ως τρόπο ζωής σε όλους τους τομείς του ανθρώπινου βίου και ιδιαίτερα στον ευαίσθητο χώρο της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Τι ακριβώς όμως είναι η φιλοσοφία; Πώς θα μπορούσαμε να ορίσουμε το γνωστικό αντικείμενο της φιλοσοφίας; Ετυμολογικά, ένας μη επαρκής ορισμός είναι ότι η φιλοσοφία είναι η αγάπη για τη σοφία. Όμως, ο ορισμός αυτός είναι πολύ γενικός για να σημαίνει κάτι, αφού αγάπη για τη σοφία έχει κάθε επιστήμονας και όχι μόνο ο φιλόσοφος. Μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες —και αμηχανίες— που αντιμετωπίζει ο φιλόσοφος είναι ότι δε δύναται επαρκώς να ορίσει το επάγγελμά του. Η ερώτηση «τι είναι φιλοσοφία» αποτελεί από μόνη της φιλοσοφικό πρόβλημα.

Φιλοσοφία είναι η μελέτη των γενικών και αφηρημένων χαρακτηριστικών του κόσμου και των κατηγοριών με τις οποίες σκεφτόμαστε: νους, ύλη, λόγος, απόδειξη, αλήθεια κτλ. Στη φιλοσοφία, οι έννοιες με τις οποίες προσεγγίζουμε τον κόσμο γίνονται οι ίδιες το αντικείμενο της έρευνας. Η φιλοσοφία μιας επιστήμης ή ενός τομέα του επιστητού, όπως η ιστορία, η μαθηματική, η φυσική, η νομική, προσπαθεί όχι τόσο να επιλύσει ιστορικά, φυσικά ή νομικά θέματα αλλά να μελετήσει τις έννοιες που δομούν τον συγκεκριμένο τρόπο σκέψης και να θέσει τα θεμέλια και τις προϋποθέσεις τους. Με την έννοια αυτή, φιλοσοφία είναι αυτό που συμβαίνει όταν μία πρακτική αυτοσυνειδητοποιείται. Τα όρια ανάμεσα σε ένα τέτοιου είδους «δευτέρας τάξεως» στοχασμό και σε τρόπους εξάσκησης της πρωτογενούς φιλοσοφίας δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρα: τα φιλοσοφικά προβλήματα μπορεί να επιλυθούν από την πρόοδο μιας επιστήμης αλλά και ο ίδιος ο τρόπος διεξαγωγής μιας επιστήμης μπορεί να διαταραχθεί από το φιλοσοφικό στοχασμό.

Σε παλαιότερες εποχές υπήρξε μεγάλη αισιοδοξία για την πιθανότητα δημιουργίας μίας καθαρής ή «πρωτογενούς» φιλοσοφίας, υιοθετώντας μία a priori θέση από την οποία άλλες διανοητικές πρακτικές θα μπορούσαν αμερόληπτα να εξεταστούν και υποβληθούν σε λογική αξιολόγηση και διόρθωση. Όμως, κατά το τέλος του 20ου αιώνα μια τέτοια πιθανότητα έχει ως επί το πλείστον εγκαταλειφθεί και ο φιλοσοφικός στοχασμός συμβαδίζει με την ανάπτυξη των άλλων επιστημονικών δραστηριοτήτων. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο σύγχρονος αμερικανός φιλόσοφος Thomas Nagel, «Το κύριο μέλημα της φιλοσοφίας είναι να ελέγξει και να κατανοήσει πολύ κοινές έννοιες που όλοι μας τις χρησιμοποιούμε καθημερινά χωρίς να τις σκεφτόμαστε. Ένας ιστορικός μπορεί να ζητήσει να μάθει τι συνέβη κάποτε στο παρελθόν, αλλά ένας φιλόσοφος θα ζητήσει να μάθει «τι είναι χρόνος;». Ένας μαθηματικός μπορεί να διερευνήσει τις σχέσεις μεταξύ των αριθμών, αλλά ένας φιλόσοφος θα αναρωτηθεί «τι είναι αριθμός;». Ένας φυσικός θα ζητήσει να μάθει από τι συνίστανται τα άτομα ή πως εξηγείται η βαρύτητα, αλλά ένας φιλόσοφος θα αναρωτηθεί πως μπορούμε να γνωρίζουμε αν υπάρχει κάτι έξω από τη νόησή μας. Ένας ψυχολόγος μπορεί να ερευνήσει πως μαθαίνουν τα παιδιά μια γλώσσα, αλλά ένας φιλόσοφος θα ρωτήσει «τι είναι αυτό που κάνει μια λέξη να έχει κάποιο νόημα;». Ο καθένας μας αναρωτιέται ίσως αν είναι σφάλμα να τρυπώσουμε κρυφά σ' έναν κινηματογράφο χωρίς να πληρώσουμε εισιτήριο, αλλά ένας φιλόσοφος θα αναρωτηθεί «τι είναι αυτό που κάνει μια πράξη σωστή ή εσφαλμένη;».

Σε γενικές γραμμές, ως κριτική σκέψη ορίζουμε την ικανότητα που έχει κάποιος ώστε να αξιολογεί πληροφορίες και απόψεις κατά τρόπο συστηματικό, σκόπιμο και αποτελεσματικό. Στην καθημερινή ζωή διαρκώς ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις προσπάθειες των άλλων προσώπων που ως στόχο τους έχουν να μας πείσουν για τις απόψεις τους ή να μας παροτρύνουν να πράξουμε με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο.<Στόχος της «κριτικής σκέψης» ή «της άτυπης λογικής», όπως αυτή ονομάζεται στη φιλοσοφία, είναι να παρουσιάσει τεχνικές ανάλυσης των επιχειρημάτων και τρόπους αξιολόγησης, ώστε να είναι κανείς σε θέση να αξιολογήσει τη δύναμη οποιουδήποτε επιχειρήματος που ενδέχεται να συναντήσει και, επομένως, να είναι σε θέση να αποφασίσει για το κατά πόσον οφείλει να πεισθεί από αυτό και να πράξει αναλόγως.

Δύο κλάδοι της φιλοσοφίας έχουν ως αντικείμενό τους τον παραπάνω στόχο, η λογική και η μεθοδολογία. Ο φιλοσοφικός κλάδος της λογικής επεξεργάζεται μεθόδους κατάλληλες, ώστε να μπορέσουμε να διακρίνουμε το σωστό από το λάθος και προσδιορίζει τους νόμους, τις αρχές και τους κανόνες που οφείλει να ακολουθεί όποιος αναζητεί την αλήθεια. Η λογική είναι η γενική επιστήμη της εξαγωγής συμπερασμάτων. Η λογική, δηλαδή, προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα, όπως «Πόσο καλά υποστηρίζουν τις απόψεις τα προβαλλόμενα επιχειρήματα;», «Υποστηρίζουν επαρκώς οι συλλογισμοί μας τα συμπεράσματα;», «Τι πρέπει να δεχτούμε και τι να απορρίψουμε από μια σειρά προτάσεων;», «Πως μπορούμε να προβάλλουμε τις απόψεις μας με τους λιγότερο δυνατούς ισχυρισμούς;». Η μεθοδολογία αποτελεί τομέα της λογικής, στο πλαίσιο του οποίου εξετάζονται οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στη φιλοσοφία και τις επιστήμες. Η μέθοδος ορίζεται κατά τον Αριστοτέλη ως «οδός επί τι» και ως «τρόπος ζητήσεως». Η μέθοδος είναι, δηλαδή, «ο τρόπος σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να εξετάζει κανείς τα πράγματα, η πορεία που οφείλει να ακολουθεί κάποιος, για να αποκτήσει την αλήθεια, η συστηματική, βάσει ορισμένων κανόνων, μορφή προσέγγισης του εκάστοτε υπό εξέταση ζητήματος, ο επιστημονικός τρόπος έρευνας».

Η λογική επιστήμη διαιρείται σε δύο κλάδους, την τυπική και την μη-τυπική ή άτυπη λογική (formal and informal logic). Η τυπική λογική, κάνοντας χρήση μιας τεχνητής, συμβολικής και αφηρημένης γλώσσας, εξετάζει τους κανόνες και τις διαδικασίες του ορθώς διανοείσθαι. Αντιθέτως, η άτυπη λογική είναι η πρακτική λογική ή συλλογιστική (practical reasoning), η οποία συνίσταται στη μελέτη, την ανάλυση και την αξιολόγηση της εγκυρότητας (validity) των επιχειρημάτων κάνοντας χρήση της φυσικής γλώσσας, της γλώσσας δηλαδή που μεταχειριζόμαστε στην καθημερινή επικοινωνία μας, χωρίς να γίνεται χρήση αφηρημένων συμβόλων και γενικών τύπων. Χρειάζεται βέβαια να επισημανθεί ότι η χρήση της φυσικής γλώσσας από την άτυπη λογική είναι σε κάποιο βαθμό προβληματική, αφού «η καθημερινή γλώσσα είναι συνυφασμένη με τις εκάστοτε προκαταλήψεις και συναισθηματικές φορτίσεις των χειριστών της καθώς και γενικότερα με αμφισημίες και ασάφειες των χρησιμοποιούμενων λέξεων. Η άτυπη λογική, επομένως, στερείται της αυστηρότητας και της ακρίβειας της τυπικής λογικής που μόνο η χρήση μιας τεχνητής, αφηρημένης και συμβολικής γλώσσας, όπως αυτή της τυπικής λογικής, είναι δυνατόν να εξασφαλίσει.

Το φιλοσοφικό επιχείρημα και η ανάπτυξη της κριτικής - λογικής σκέψης
Παρόλα αυτά η άτυπη λογική είναι αυτή, τελικώς, που κατεξοχήν μας χρησιμεύει στον καθημερινό βίο για να μπορούμε να σκεφτόμαστε κριτικά, κάνοντας χρήση του φιλοσοφικού επιχειρήματος.Όπως επισημαίνουν η Tracy Bowell και ο Gary Kemp στο πρόσφατο διδακτικό εγχειρίδιό τους για την φιλοσοφική κριτική σκέψη, «καθημερινά βομβαρδιζόμαστε με μηνύματα που, απ' ότι φαίνεται, προσπαθούν να μας πουν τι να κάνουμε ή τι να μην κάνουμε, τι να πιστέψουμε και τι να μην πιστέψουμε, όπως για παράδειγμα να αγοράσουμε κάποιο αναψυκτικό, να φάμε κάποιο συγκεκριμένο δημητριακό για πρωινό, να ψηφίσουμε τον κύριο Τάδε, να κάνουμε ασφαλές σεξ, να μην οδηγούμε μεθυσμένοι, να μην παίρνουμε ναρκωτικά, να μποϋκοτάρουμε τα προϊόντα από μια συγκεκριμένη χώρα, ότι η άμβλωση είναι φόνος, ότι το να τρως ζώα είναι φόνος, ότι εξωγήινοι έχουν επισκεφτεί τον πλανήτη μας, ότι η οικονομία πάει καλά, ότι ο καπιταλισμός είναι ένα δίκαιο σύστημα, ότι τα μεταλλαγμένα προϊόντα είναι ασφαλή, κτλ. Ορισμένα από τα μηνύματα αυτά απλώς τα αγνοούμε, μερικά τα υπακούμε χωρίς καν να τα σκεφτούμε, και άλλα τα απορρίπτουμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Μερικά από αυτά όμως τα σκεφτόμαστε και τα αμφισβητούμε, ρωτώντας «γιατί θα έπρεπε να το πράξω αυτό ή να μην το πράξω;» ή «γιατί θα έπρεπε να το πιστέψω αυτό ή να μην το πιστέψω;». Όταν ερωτούμε «γιατί;», επιζητούμε να βρούμε ένα λόγο (reason) για να κάνουμε αυτό που μας έχει ζητηθεί να κάνουμε ή για να πιστέψουμε αυτό που μας ζητείται να πιστέψουμε. Όταν επιζητούμε να βρούμε ένα λόγο κατά αυτόν τον τρόπον, ζητούμε μια δικαιολόγηση (justification) ώστε να πράξουμε ή να πιστέψουμε, όχι απλώς ένα λόγο, αλλά ένα «καλό» λόγο που θα μας παρωθήσει να πράξουμε ή να πιστέψουμε κάτι. Το να προσπαθήσουμε να πείσουμε παρουσιάζοντας καλούς και ικανοποιητικούς λόγους, δεν είναι τίποτε λιγότερο ή περισσότερο από το να παρουσιάσουμε ένα επιχείρημα (argument).



Στη λογική ως επιχείρημα ορίζεται ο απλός συλλογισμός στον οποίο η μία από τις προκείμενες προτάσεις ή και οι δύο προκείμενες προτάσεις δικαιολογούνται δια της προσθήκης μιας ή περισσοτέρων προτάσεων. Τα επιχειρήματα διακρίνονται σε απλά, διπλά και περίπλοκα. Αν δικαιολογείται η μία από τις προκείμενες προτάσεις του συλλογισμού, το επιχείρημα θεωρείται απλό, όπως στην περίπτωση, π.χ. του συλλογισμού:

Τα έντομα είναι έμψυχα, επειδή είναι ζώα Τα μυρμήγκια είναι έντομα Άρα τα μυρμήγκια είναι έμψυχα.

Αν δικαιολογούνται και οι δύο προκείμενες προτάσεις, το επιχείρημα είναι διπλό, όπως στην περίπτωση, π.χ. του συλλογισμού

Οι οργανισμοί είναι φθαρτοί, διότι είναι σύνθετοι Τα δένδρα είναι οργανισμοί, επειδή είναι φυτά Άρα τα δένδρα είναι φθαρτά.

Αν σε έναν απλό συλλογισμό, πέρα από τις αιτιολογίες των προκειμένων προτάσεων, υπάρχουν και άλλες αιτιολογίες, τα επιχειρήματα θεωρούνται πολύπλοκα, όπως στην περίπτωση, π.χ. του συλλογισμού Τα φυτά είναι φθαρτά, γιατί είναι οργανισμοί,

Και οι οργανισμοί είναι σύνθετοι Η ελιά είναι φυτό, γιατί είναι δένδρο Άρα, η ελιά είναι φθαρτή.

Πέρα από τη σημασία του επιχειρήματος στον τομέα της λογικής ως απλού συλλογισμού του οποίου οι προκείμενες προτάσεις δικαιολογούνται με πρόσθετες προτάσεις, το επιχείρημα νοείται, επίσης, ως μία σειρά προτάσεων, έτσι ώστε ορισμένες από αυτές, δηλαδή, οι προκείμενες, να είναι ικανές να δικαιολογήσουν την υιοθέτηση μιας από τις προτάσεις αυτές, δηλαδή, το συμπέρασμα. Υπό την έννοια αυτή, επιχειρήματα είναι οι αποδεικτικοί λόγοι ή οι αρχές απόδειξης. Ένα επιχείρημα θεωρείται αδύνατο ή επιλήψιμο, εφόσον δεν τηρούνται οι κανόνες απόδειξης. Αντίθετα, αν κατά τη συναγωγή του συμπεράσματος τηρούνται οι κανόνες απόδειξης, το επιχείρημα θεωρείται έγκυρο. Ένα έγκυρο επιχείρημα μπορεί να θεμελιωθεί είτε βάσει της παραγωγής είτε βάσει της επαγωγής. Σε ένα παραγωγικά έγκυρο επιχείρημα είναι λογικά υποχρεωμένος κανείς, έχοντας δεχθεί ως ακριβείς τις προκείμενες προτάσεις, να υιοθετήσει το συμπέρασμα, και αντίστροφα, έχοντας απορρίψει το συμπέρασμα, είναι λογικά υποχρεωμένος να αμφισβητήσει τις προκείμενες προτάσεις. Σε ένα επαγωγικά έγκυρο επιχείρημα είναι λογικά υποχρεωμένος κανείς, έχοντας υιοθετήσει τις προκείμενες προτάσεις, να θεωρήσει το συμπέρασμα ως πιθανό. Μεταξύ των δύο τύπων επιχειρημάτων, των παραγωγικών και των επαγωγικών, από ορισμένους φιλοσόφους, ως έγκυρα μπορούν να χαρακτηριστούν μόνο τα παραγωγικά.

Η κριτική σκέψη επιτρέπει σε εμάς να είμαστε βέβαιοι ότι έχουμε ικανούς λόγους να πιστεύουμε ή να πράττουμε αυτά που οι άνθρωποι προσπαθούν να μας πείσουν να πράξουμε ή να πιστεύουμε. Οι απόπειρες της πειθούς ενδέχεται να στηρίζονται σε λογικά επιχειρήματα ή όχι. Όταν δεν στηρίζονται σε λογικά επιχειρήματα, εμπίπτουν, ως επί το πλείστον, στον τομέα της ρητορικής τέχνης, η οποία είναι δυνατόν να οριστεί ως οποιαδήποτε προσπάθεια να πείσει χωρίς να επιχειρεί να δώσει επαρκείς λόγους για την εν λόγω άποψη, επιθυμία ή πράξη, αλλά αντιθέτως επιχειρεί να παρακινήσει την εν λόγω άποψη, επιθυμία ή πράξη αποκλειστικά μέσω της δύναμης των λόγων που χρησιμοποιεί. Ο λόγος του επιχειρήματος όμως μας πείθει, παρέχοντας σε εμάς λόγους για να δεχθούμε έναν ισχυρισμό ή για να πράξουμε αυτό που μας προτείνεται. Δεν είναι όμως όλα τα επιχειρήματα επιτυχημένα επιχειρήματα. Επιτυχημένα επιχειρήματα είναι αυτά που μας παρουσιάζουν ικανούς λόγους για να πράξουμε ή να αποδεχθούμε τη θέση που υποστηρίζουν. Υπάρχουν ποικίλα γλωσσικά φαινόμενα που είναι δυνατόν να δυσκολέψουν την αναγνώριση και την ερμηνεία των επιχειρημάτων. Περιπτώσεις, όπως αυτές της αμφισημίας, της ασάφειας, της μεταφοράς, των ρητορικών ερωτήσεων, και της ειρωνείας, των ρητορικών σχημάτων, των σοφισμάτων και των λογικών πλανών (πλάνη των πολλαπλών ερωτήσεων, πλάνη του εφήμερου, ψευδώνυμος συλλογισμός κ. ά) ενδέχεται να είναι προβληματικές, γιατί καλύπτουν τα προθετικά νοήματα του συγγραφέα ή του ομιλούντος ή αξιολογούντος προσώπου. Στην περίπτωση των έμμεσων σχετικών προτάσεων και των προτάσεων που χρησιμοποιούν ποσοδείκτες (quantifiers) εσφαλμένα, το νόημα του συγγραφέα δεν δύναται να γίνει αντιληπτό.

Ενδεικτικά αναφέρω εδώ ένα επιχείρημα που συχνά χρησιμοποιείται στην ηθική και πολιτική φιλοσοφία το ονομαζόμενο επιχείρημα της ολισθηρής πλαγιάς (slippery slope argument). Όπως αναφέρει ο Θ. Πελεγρίνης, «το επιχείρημα αυτό αναφέρεται στην περίπτωση κάποιου που, όντας στην κορυφή μιας ολισθηρής πλαγιάς, αν κάνει ένα βήμα μπροστά, την άλλη στιγμή θα βρεθεί στη βάση της πλαγιάς». Ειδικότερα, σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, μία πράξη —αυτή καθεαυτήν θεμιτή ενδεχομένως— μπορεί να προκαλέσει μια σειρά γεγονότων με τελική κατάληξη ένα ανεπιθύμητο αποτέλεσμα. Έτσι βάσει του επιχειρήματος της ολισθηρής πλαγιάς, υποστηρίζεται, π.χ. ότι η εκούσια ευθανασία δεν θα πρέπει να θεσμοθετηθεί, γιατί ενδέχεται στις εκούσιες ευθανασίες που θα ακολουθήσουν να υπάρξουν και περιπτώσεις όπου πρόσωπα —όπως διανοητικά ανάπηροι ή ηλικιωμένοι άνθρωποι— μπορούν να οδηγηθούν στο θάνατο παρά τη θέλησή τους. Το επιχείρημα ενίοτε χρησιμοποιείται, προκειμένου να δικαιολογηθεί η παρέμβαση κάποιου, έτσι ώστε να ανακοπεί μια σειρά γεγονότων, τα οποία οδηγούν σε ένα ανεπιθύμητο αποτέλεσμα, όπως στην περίπτωση, π.χ., όπου η κυβέρνηση μιας χώρας, όταν ξεσπάσει εξέγερση εργατών σε μία ορισμένη περιοχή της επικράτειάς της, θεωρεί επιβεβλημένο να παρέμβει, για να καταστείλει την εξέγερση εκεί και να μην επεκταθεί αυτή σε όλη τη χώρα μέσω της αποκαλούμενης διαδικασίας του ντόμινο. Όμως το επιχείρημα αυτό είναι παραπλανητικό, αφού δεν έπεται λογικώς ότι, επειδή γίνεται ένα πράγμα, θα πρέπει να ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα: επειδή άρχισα το κάπνισμα, δεν έπεται ότι θα αρχίσω να καπνίζω και μαριχουάνα.
Η σπουδή της φιλοσοφίας αναπτύσσει, επομένως, τις ικανότητές μας να λύνουμε προβλήματα που αφορούν τις πιο γενικές και έσχατες πλευρές των πραγμάτων, μας καθιστά ικανούς να αναλύουμε έννοιες, ορισμούς, επιχειρήματα και προβλήματα. Επιπλέον, η μελέτη της φιλοσοφίας, όταν γίνεται ακολουθώντας αναλυτική και διαλεκτική μέθοδο —δηλαδή με την τέχνη της συζήτησης, του φιλοσοφικού επιχειρήματος και της διαμάχης, βασικό χαρακτηριστικό της τελευταίας είναι η αντιπαράθεση και η διατύπωση ενός ισχυρισμού ενάντια σε κάποιον άλλο— μας επιτρέπει να οργανώνουμε λογικά τις προτάσεις μας, τις ιδέες και τις εμπειρίες μας ώστε να οδηγούμαστε σε συμπεράσματα λογικώς έγκυρα, μας βοηθάει να διατυπώνουμε προτάσεις με νόημα στηριγμένες στη λογική και την επιχειρηματολογία. Αναπτύσσει επίσης τις συνθετικές ικανότητές μας, μας βοηθάει δηλαδή στη σύνθεση ποικίλων απόψεων και προοπτικών μέσα σ' ένα σύνολο, έτσι που να παρουσιάζεται η ενότητα της ανθρώπινης εμπειρίας.

Σε σχέση με την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η φιλοσοφία μάς μαθαίνει πώς να χρησιμοποιούμε προτάσεις απλές, σαφείς και έγκυρες, να κατασκευάζουμε επιχειρήματα ισχυρά, ή ακόμη και ακαταμάχητα, και να προβάλλουμε τις απόψεις μας με εμπειρίες και παραδείγματα κατάλληλα για την προώθηση των σκοπών μας. Όπως επισήμανε ο Θεόφιλος Βέϊκος, «η πιο σημαντική ίσως προσφορά της φιλοσοφικής παιδείας είναι η καλλιέργεια λογικά συγκροτημένου λόγου σε πλαίσια διαλόγου όπου περνά πιο πολύ το ισχυρό επιχείρημα. Με τέτοια παιδεία δεν αναπτύσσονται μόνο ικανότητες που χρειάζεται ο μελλοντικός φιλόσοφος παρά ικανότητες χρήσιμες σ' όλες τις επιστήμες και τις πρακτικές δραστηριότητες. Μαθαίνει κανείς να διατυπώνει και να υπερασπίζει τις απόψεις του· να διακρίνει λεπτές διαφορές ανάμεσα σε όμοιες απόψεις και να ανακαλύπτει κοινές προϋποθέσεις που υπόκεινται σε διαφορετικές ή αντίθετες απόψεις· να αξιολογεί και να συγκρίνει αντίμαχες θέσεις και να εξηγεί την πραγματική τους διαφορά· να αποδείχνει πειστικά τη λογική τους βαρύτητα και να δικαιολογεί γιατί προτιμά αυτή τη θέση από την άλλη». 

Εν κατακλείδι, χρειάζεται να παρατηρήσουμε ότι η φιλοσοφία, παρόλο που διαρκώς αναζητεί την αλήθεια, όπως αυτή έχει αναπτυχθεί ιστορικά, δεν προσφέρει τελικώς την αλήθεια ή έστω επιμέρους αλήθειες. Παρόλα αυτά όμως, είναι δυνατόν να μας παρέχει τη δυνατότητα, αν πραγματικά την θεραπεύσουμε, να επιλύσουμε πολλαπλά προβλήματα (γενικά, αναλυτικά, λογικής οργάνωσης, λογικής σύνθεσης, επικοινωνίας, πειθούς). Όπως, άλλωστε, διαπιστώνει ο Thomas Nagel, «ο καλύτερος τρόπος να μάθουμε κάτι για τη φιλοσοφία είναι να στοχαστούμε οι ίδιοι πάνω σε ορισμένα προβλήματα».

Στο ερώτημα «τι είναι η φιλοσοφία και τι μπορεί να μας προσφέρει:» μια σύντομη απάντηση θα ήταν αυτή που θα έλεγε πως η φιλοσοφία είναι μια συλλογή προβλημάτων και προσπαθειών να τα επιλύσουμε. Προβλήματα που αφορούν την αντίληψη, την αξιολόγηση, την ανθρώπινη ύπαρξη, τον ηθικό και πολιτικό βίο, το Θεό και τον κόσμο, προβλήματα που συνδέονται με δέσμη ερωτημάτων και συνεπάγονται την ανάλυση ή ανάπτυξη εννοιών, όπως λόγος, ευδαιμονία, ευτυχία, αρετή, δικαιοσύνη, ελευθερία, ύπαρξη, γνώση ή αιτιότητα, καθώς και προβλήματα που συνδέονται μεταξύ τους και απαιτούν τη σωστή χρήση της γλώσσας και της κριτικής δύναμης του νου με την οποία διασαφηνίζονται, μέσω των διαφόρων φιλοσοφικών μεθόδων, τα προβλήματα και οι έννοιες που απασχολούν τους φιλοσόφους και ενθαρρύνεται, τελικά, η κριτική και ανεξάρτητη σκέψη.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βέικος, Θ., Εισαγωγή στις φιλοσοφικές σπουδές, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1988.
Blackburn, S., The Oxford Dictionary of Philosophy, Oxford University Press, Oxford 1994.
Bowell, T. & Kemp, G., Critical Thinking, Routledge, London, 2002.
Clark, M., Paradoxes from A to Z, Routledge, London 2002.
Δελλής, Ι.Γ., Εισαγωγή στη φιλοσοφία, εκδ. Τυπωθήτω-Γιώργος Δάρδανος, Αθήνα 2002.
Flew, A., A Dictionary of Philosophy, Pan Books, London 1979.
Graying, A.C., Philosophy: A Guide through the Subject, Oxford University Press, Oxford 1995.
Hollis, M., Invitation to Philosophy, Blackwell, Oxford 1985.
Hospers, J., An Introduction to Philosophical Analysis, 2η έκδ., Routledge & Kegan Paul, London 1967.
Lacey, A.R., Modern Philosophy, Routledge & Kegan Paul, London 1982 — , A Dictionary of Philosophy, 2η έκδ., Routledge, London 1986.
McGinn, C., Problems in Philosophy. The Limits of Inquiry, Blackwell, Oxford 1993.
Magee, B., The Story of Philosophy, Dorling Kindersley, London 1998.
Nagel, T., Θεμελιώδη φιλοσοφικά προβλήματα, μτφρ. Χρ. Μιχαλοπούλου-Βέικου, εκδ. Σμίλη, Αθήνα 1989.
Πελεγρίνης, Θ.Ν., Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998. — , Λεξικό της φιλοσοφίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004.
Quine, W.V.O., From a Logical Point of View, 2η έκδ. Harper & Row Publs., New York 1953.
Read, S., Thinking about Logic, Oxford University Press, Oxford 1995.
Ρουσόπουλος, Γ., «Ανάγνωση, ανασυγκρότηση και ερμηνεία: η κατανόηση του φιλοσοφικού κειμένου», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, 22 (2005), σ. 243-259.
Shaw, P., Logic and Its Limits, 2η έκδ. Oxford University Press, Oxford 1997.
Strawson, P.F. (εκδ.), Philosophical Logic, Oxford University Press, Oxford 1967.
Wolfram, S., Philosophical Logic. An Introduction, Routledge, London 1989.


Πηγή: Το φιλοσοφικό επιχείρημα και η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης - Ελένη Γ. Λεοντσίνη, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας University of Glasgow. ISSN: 1790-8574 - Ελληνικό ινστιτούτο εφαρμοσμένης παιδαγωγικής & εκπαίδευσης.