Θέματα φιλοσοφικά, επιστημονικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, για τον άνθρωπο. Νευροεπιστήμες, εγκέφαλος,συνείδηση και νοημοσύνη. Νίκος Λυγερός.
Όλες οι ανθρώπινες έννοιες είναι προβολές του ανθρώπινου πνεύματος γι'αυτό σε τελική ανάλυση πολλές φορές είναι απατηλές. Δεν βλέπουμε την πραγματικότητα , την αντιλαμβανόμαστε (όπως νομίζουμε εμείς πως είναι). Ο,τι βλέπουμε είναι μια ερμηνεία της πραγματικότητας, που βασίζεται σε υποκειμενικά, ελαττωματικά ή προκατειλημμένα παραδείγματα. Αυτό έχει επιπτώσεις όχι μόνο στο πώς καταλαβαίνουμε τον κόσμο, αλλά και πώς καταλαβαίνουμε τους ανθρώπους... Όταν κάποτε ρώτησαν τον Ηράκλειτο πώς γνωρίζει όσα γνωρίζει απάντησε: «ερεύνησα τον εαυτό μου». Όμως δεν αρκεί μόνο η αυτογνωσία, χρειάζεται και η εμπάθεια... O Σωκράτης, μέσω της μεθόδου διαλόγου που είχε αναπτύξει, εκμαίευε (εξ ου και Μαιευτική Μέθοδος) από τον συνομιλητή του την αλήθεια/γνώση που είχε μέσα του αλλά δεν γνώριζε. Ο άνθρωπος δε μπορει να αναζητά αυτό που δε γνωρίζει γιατί τότε δεν ξέρει τί να αναζητήσει αλλά ούτε αυτό που γνωρίζει μπορεί να αναζητά γιατί το ξέρει ήδη. Ο άνθρωπος τίποτε νέο δε μαθαίνει, παρά μόνο παίρνει συνείδηση των όσων ήδη γνωρίζει. Η γνώση (μάθηση) είναι ανάμνηση (ενθύμιση) , υπάρχει λοιπόν η ανάμνηση μέσα μας...

Αναζητώντας τη γνώση

Αναζητώντας τη γνώση. Βρίσκεται η γνώση μέσα μας; Πλάτωνας
Μία «σύνοψη» ιδεών και φιλοσοφικού λόγου για τη Γνώση από τον Πλάτωνα ως τον Νόζικ

Η απορία είναι πάντα το κίνητρο ‘δράσης’ του ανθρώπινου νου πριν φτάσει - ώστε να φτάσει - στην κατάκτηση κάποιας γνώσης. Η φιλοσοφική απορία νοιώθει αιχμάλωτος των απλών αποριών και προσπαθώντας να αποδράσει ‘θορυβεί’, εμποδίζει τον εφησυχασμό, και ορισμένες ‘απλές’ απορίες συνεχίζουν έτσι ‘θορυβημένες’ να ζουν, να γίνονται στόχοι γνώσης, τροφή της μελλοντικής επιστήμης - δηλαδή, σχεδόν ποτέ η φιλοσοφική σκέψη δεν κρατά «δικό της» αυτό που γεννά η ρήξη της με τη συνήθεια.


Πόσο κοντά μας βρίσκεται η φιλοσοφική σκέψη; 
Υπάρχει η γνώση μέσα μας ;;;

[Μία έμμεση απάντηση θα δοθεί στον διάλογο που ακολουθεί· ο κ. Σπύρος συναντά στο caft της γειτονιάς το φίλο του Μάνθο να πίνει καφέ με έναν άγνωστο...]

(Προκαταρκτικά)

Σ. Καλημέρα Μάνθο...

Μ. Καλημέρα Σπύρο, ...να σου συστήσω από δώ τον κύριο Αριστοτέλη...

Σ. Καλημέρα, τι κάνετε...

Μ. Κάτσε Σπύρο, ένα καφεδάκι;

Σ. Ευχαριστώ... Δροσιά σήμερα...

Μ. Ξέρεις Σπύρο, ο κ. Αριστοτέλης είναι καθηγητής φιλοσοφίας...

Σ. Α!...;;; Δηλαδή, φιλόλογος;

Α. Εμμ..., όχι ακριβώς... διδάσκω φιλοσοφία... δεν μπορώ να πω ότι είμαι καλός φιλόλογος...

Σ. Μα είναι κάτι τόσο διαφορετικό η φιλο...σοφία; Ξέρω βέβαια οι αρχαίοι ήταν φιλόσοφοι, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης (είδατε, και συνονόματος...), αλλά...

Α. Ναι... όχι, δηλαδή, δε θα έλεγα ότι εγώ είμαι φιλόσοφος (διακριτικό γέλιο)...

Μ. Έλα τώρα, είσαι, είσαι... πολλές φορές σε παρακολουθώ που κοιτάς το χάος, κι όποτε σε ρωτάνε κάτι ποτέ δε βιάζεσαι ν’ απαντήσεις...

Α. Γιατί εσύ βλέπεις τίποτα εκτός από χάος γύρο μας (γέλιο)... τέλος πάντων, είπαμε, εγώ διδάσκω φιλοσοφία όπως ένας φυσικός διδάσκει φυσική... να, όλ’ αυτά που έχουν πει οι φιλόσοφοι που ανέφερες κ. Σπύρο, οι δικοί μας οι αρχαίοι, και πάρα πολλοί άλλοι, ...«αυτά» τέλος πάντων μπορεί να πει κανείς είναι η «ύλη» της φιλοσοφίας...

Σ. Είναι δηλαδή κάτι σαν ιστορία;

Α. ...

Μ. Λοιπόν, Σπύρο, για να καταλάβουμε - γιατί κι εγώ δεν έχω καταλάβει ακριβώς τι είναι η φιλοσοφία - να μας πει ο Αριστοτέλης κάτι «φιλοσοφικό», αλλά όχι πολύ δύσκολο, κάτι να καταλάβουμε...

Α. Βλέπω να χάνουμε τη δροσιά του πρωινού...

Μ. Αριστοτέλη!

(Το κύριο μέρος)

Α. Εντάξει, εντάξει... ακούστε λοιπόν αυτό: ο Πλάτωνας είπε ότι η Γνώση είναι κάτι σαν ανάμνηση, ότι κι αν μαθαίνουμε με κάποιο τρόπο ήδη το γνωρίζουμε, βρίσκεται αποτυπωμένο μέσα στη ψυχή μας...

Μ. ...

Σ. ...

Α. Τουλάχιστον Μάνθο δεν μπορείς αυτή τη φορά να με κατηγορήσεις ότι απέφυγα, ή ότι άργησα ν’ απαντήσω!

(δευτερόλεπτα σιωπής)

Μ. Καλά βρε Αριστοτέλη - με όλο το θάρρος δηλαδή - εσύ το πιστεύεις αυτό; Ακούγεται ωραίο, δε λέω, κάτι σαν ποίημα, αλλά εσύ δεν είπες ότι η φιλοσοφία δεν είναι φιλολογία...

Σ. Εμένα πάλι μου φαίνεται να λέει ότι η Γνώση είναι κάτι το κληρονομικό!

Μ. Ο Σπύρος έχει δίκιο, και τώρα που το σκέφτομαι, αν ήταν έτσι γιατί να ξοδεύουμε τόσα χρόνια στα θρανία και να πληρώνουμε τόσα λεφτά, αυτή η ψυχή μας, δικιά μας δεν είναι, κληρονομιά μας δεν είναι όλες αυτές οι γνώσεις;

Α. Εγώ πάντως βλέπω κάποιο ταλέντο φιλοσοφικό και στους δυο σας...

Μ. (γελώντας) Έλα τώρα, μην αλλάζεις θέμα...

Α. Δεν αλλάζω καθόλου θέμα. Και οι δυο σας, αντί να γελάσετε, να νυστάξετε, ή να κοιταχτείτε σαν να είχα μιλήσει κινέζικα, «αρπάξατε» αμέσως κάτι που μοιάζει να φέρνει την πλατωνική θεωρία σε αντίθεση με τη ζωή - «αν ήδη «ξέρουμε», γιατί σκοτωνόμαστε να μάθουμε», σκεφτήκατε - κι αυτό λέγεται έλεγχος· το να προσπαθήσει να ‘ελέγξει’ κανείς μια σκέψη, μια θεωρία από τις ίδιες της τις συνέπειες στη ζωή χρειάζεται «κάτι», κάτι που δεν είναι «πρόχειρο» σε όλους. Στους μαθητές μου τουλάχιστον αυτή την ανησυχία, την ανησυχία του ελέγχου θα μου άρεσε να βλέπω...

Μ. Στο τέλος Αριστοτέλη θα μας βάλεις να γραφτούμε στη Φιλοσοφική Σχολή... Σπύρο τι λές, είσαι; (πολύ γέλιο)

Σ. Στην ηλικία μας Μάνθο... άστο καλλίτερα... να, έχουμε εδώ τον κύριο Αριστοτέλη, όλο και κάτι θα μας πει, όλο και κάτι θα μάθουμε... Εγώ πάντως δεν καταλαβαίνω, πάνω σ’ αυτό που λέγαμε, γιατί ένας σοφός όπως ο Πλάτωνας πιστεύει ότι ενώ η ψυχή μας «ξέρει», εμείς πάσχουμε από τόσο βαριά αμνησία που ο κόπος να «θυμηθούμε» είναι σχεδόν όσος και για να μάθουμε απ’ την αρχή!


Α. Λοιπόν Μάνθο ο φίλος σου ο Σπύρος που στην αρχή δεν ξεχώριζε τη φιλοσοφία απ’ τη φιλολογία έριξε «βόμβα». Όμως τώρα θέλει λίγο υπομονή...

Μ. Εγώ τον ξέρω το Σπύρο, μπορεί να μην ήταν ποτέ πολύ του βιβλίου αλλά είναι «ψείρας». Εδώ που τα λέμε και μένα μου μυρίζει λίγο «μπαρούτι» αυτό το «απ’ την αρχή», σαν να ήταν δηλαδή η ψυχή «άδεια»; Τι σόι ψυχή θα ήταν τότε;

Α. Και σύ Μάνθο δεν πας πίσω, μα βέβαια, πως θα ταιριάζατε με το Σπύρο! Μήπως πρέπει να πηγαίνω - δε βλέπω να χρειάζομαι και τόσο! (προσποιητή ενόχληση ...μετά μειδιάματος).

Μ. Δεν πας πουθενά... Εδώ τώρα θα υποφέρεις.

Α. Λοιπόν ακούστε. Το θέμα που θίξατε για την αρχή της κάθε γνώσης δεν είναι απλό ούτε για τον Πλάτωνα, ούτε για τους μεταγενέστερους φιλοσόφους. Θέλει όμως υπομονή και προσοχή ώστε να συνεχίσουμε τη κουβέντα μας στην ίδια απλή γλώσσα μ’ αυτήν που ξεκινήσαμε και που καταλαβαίνουμε όλοι. Γ’ αυτό επιτρέψτε μου μια ελαφρά απόκλιση ...στη φυσική.

Μ. (πονηρό μειδίαμα) Πολύ όρεξη φαίνεται νάχεις αν και αδειούχος...

Α. Ευχαριστώ, αλλά είναι η δική σας όρεξη που με εμπνέει... Λοιπόν, φανταστείτε ότι αντί φιλοσοφίας δίδασκα φυσική. Τι θα με ρωτούσατε αν είχατε διάθεση για συζήτηση όπως τώρα;

Μ. ...

Σ. ...

Α. Προσπαθήστε λίγο... Υπάρχουν τόσα φαινόμενα που «εξηγούν» οι θεωρίες της φυσικής, τόσοι «νόμοι» για τη «συμπεριφορά» των υλικών σωμάτων...

Μ. Μα δεν είσαι φυσικός!

Α. Ε, τότε ίσως δεν μπορέσω ν’ απαντήσω (ελαφρά δυσφορία)...έλα τώρα Μάνθο...

Σ. Να πώ εγώ κάτι· πάντα αναρωτιόμουν πως η γη κάνει όλες αυτές τις περιστροφές και μείς δεν παίρνουμε είδηση, δηλαδή δε νοιώθουμε τίποτα. Ξέρω βέβαια ότι έτσι είναι αλλά, πως να το πω, επειδή το γράφουν τα βιβλία, το λένε οι επιστήμονες, το πιστεύει όλος ο άλλος κόσμος, όχι επειδή κάτι - όπως θάλεγε κι ο Πλάτωνας - μου το «θύμισε», κάτι που να με κάνει να νοιώθω ότι είναι δική μου, είναι «της ψυχής μου» αυτή η γνώση. Μήπως όμως υπάρχει κάτι τέτοιο κι εγώ δεν το βλέπω, δεν το καταλαβαίνω;

Α. Σίγουρα κάτι έγινε σήμερα Σπύρο που σου «θύμισε» ότι είσαι φιλόσοφος

(μειδίαμα με θαυμαστικά)...

Μ. Περιττό να πω ότι έχω κι εγώ την ίδια απορία...

Α. Έρχεσαι δεύτερος Μάνθο (προσποιητή ειρωνεία)... Αλλά, ναι Σπύρο, νομίζω ότι υπάρχει, και με διευκολύνεις πολύ με την ερώτησή σου. Είναι βέβαια «κάτι» πολύ πιο σύνθετο από ένα απλό πράγμα που μπορεί να έχεις δει, ή να έχεις ακούσει.

Σ. Και να μην το έχουμε ποτέ προσέξει;

Α. Δεν είναι απ’ αυτά που προσέχει, ή δεν προσέχει κανείς. Είναι σχεδόν όλη μας η εμπειρία και εξοικείωση με διάφορες μορφές κίνησης: την κίνηση που κάνει το βλέμμα μας στον ορίζοντα χωρίς να ‘ανακαλύπτει’ γωνίες, την κυκλική ως προς τη γή κίνηση διαφόρων πλανητών, και φυσικά την εναλλαγή ημέρας και νύχτας - εδώ βέβαια φαίνεται να γυρίζει ο ήλιος, αλλά θα μπορούσε να γυρίζει και η γη. Προσέξτε αυτό το «θα μπορούσε». Και οι αρχαίοι είχαν όλες αυτές τις εμπειρίες αλλά πίστευαν εντελώς τα αντίθετα, όπως θα μπορούσαν να πιστεύουν ότι κι εμείς. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι η επιστήμη εμπλούτισε με δεδομένα την νεότερη αντίληψή ενισχύοντας την εκδοχή της περιστροφικής κίνησης της γης, εκδοχή που ήταν όμως πάντα υπαρκτή, υπαρκτή «στην ψυχή» όλων Σπύρο - το σύνολο της εμπειρίας μας για την κίνηση απλά δέχτηκε αυτή την εκδοχή γιατί υπήρχε ήδη μια θέση γι’ αυτήν στη «ψυχή μας». Αν συμφωνήσουμε με τον Πλάτωνα, και αν εσύ είσαι βέβαιος για τη κίνηση της γης που «έμαθες» στο σχολείο, τότε, είναι και δική σου γνώση Σπύρο κι ας μην αισθάνθηκες ποτέ ότι «θυμήθηκες».

(αρκετή σιωπή)

Μ. Τελικά εσύ Αριστοτέλη συμφωνείς με τον Πλάτωνα;

Α. Συμφωνώ με σένα πιο πολύ Μάνθο που κατάλαβες αμέσως ότι δεν μπορεί να υπάρχει «άδεια ψυχή». Καμιά Γνώση δεν μπορεί να «κρατηθεί» στο τίποτα, ή να γεννηθεί από το τίποτα. Βλέπετε, η ‘βόμβα’ του Σπύρου για την Αρχή της Γνώσης μας έσπρωξε στα «άδυτα» της φιλοσοφίας... από δω και πέρα δυσκολεύουν τα πράγματα, κι όπως σας είπα εγώ δεν είμαι Φιλόσοφος, διδάσκω μόνο λίγα από αυτά που σκέφτηκαν οι φιλόσοφοι...

Σ. Μάνθο, να κανονίσουμε την επόμενη συνάντηση (συγκρατημένο γέλιο ...με λίγο ιδρώτα - η δροσιά του πρωινού έχει πια τελειώσει).

Μ. Εγώ έχω ακόμη μια απορία. Αριστοτέλη... μα που πήγε;




Τι είναι, λοιπόν, Φιλοσοφία;


Τι είναι Φιλοσοφία; Αναζητώντας τη γνώση. Επιστήμη, Αλήθεια, Ηθική
Γενικά

Ίσως η μόνη χρησιμότητα του να προτάσει κανείς αυτό το ερώτημα στην αρχή ενός εγχειριδίου είναι να περιορίσει τις παρενέργειες τυχόν προϊδεάσεων του αναγνώστη και να διευκολύνει έτσι την μελέτη των ειδικών κεφαλαίων που θα ακολουθήσουν. Η σύντομη προσέγγισή μας λοιπόν στο ερώτημα θα είναι για το πρακτικό αυτό πρόβλημα και μόνο έμμεση (μία άμεση απάντηση θα ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξη γιατί θίγει το δυσκολότερο ίσως ερώτημα της φιλοσοφίας).

Οι περισσότερες και πιο συνηθισμένες παρενέργειες προέρχονται από τη διάχυτη αντίληψη ότι η φιλοσοφία είναι για .. .τα πάντα. Όπως θα δούμε όμως στο κεφάλαιο περί επιστήμης ότι μπορεί να είναι για τα πάντα δεν είναι για τίποτα! Η προσήλωση στην αναζήτηση πάγιων διακρίσεων όπως, του αληθούς από το ψευδές, του καλού από το κακό, του ωφέλιμου από το επιβλαβές, του πραγματικού από την εικασία, και άλλων περισσότερο εξειδικευμένων, όπως, του κατάλληλου από το ακατάλληλο, κλπ., είναι αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της πειθαρχημένης φιλοσοφικής σκέψης. Για το λόγο αυτό η κατανόηση συγκεκριμένων φιλοσοφικών ερωτημάτων για τη γνώση, την αρετή, την ελευθερία, την επιστήμη, την κοινωνική και ψυχολογική ταυτότητα του ανθρώπου, αλλά και πιο εξειδικευμένων όπως, για τον ορθολογισμό, την ηθική ευαισθησία, τη δυνατότητα επικοινωνίας, και άλλων, παρεμποδίζεται από την αντίληψη ότι η φιλοσοφική σκέψη εξ’ ορισμού υπερβαίνει το συγκεκριμένο, και αφού είναι για ‘τα πάνταοι όποιες διακρίσεις φθίνουν σε δευτερεύοντα και τριτεύοντα ρόλο έως και την πλήρη πολλές φορές κατάργησή τους!

Οι συνέπειες αυτής της κατάργησης είναι πολλές. Αλήθεια, π.χ., καταλήγει να είναι κάθε τι που απλά νομίζουμε ότι είναι αλήθεια. Όποτε λοιπόν την ‘υπερασπιζόμαστε’, κάτι που ακριβώς για το λόγο αυτό συνήθως δεν παραλείπουμε, στην ουσία υπερασπιζόμαστε τη δική μας αντίληψη για την πραγματικότητα. Έτσι, η φιλοσοφική σκέψη που υπερβαίνει - κατά την αντίληψη αυτή - κάθε δυνατή διάκριση, υποτάσσεται σ’ έναν ακραίο υποκειμενισμό προς όλες τις κατευθύνσεις: ‘καλό’ είναι αυτό που ο καθένας επιθυμεί να κάνει (π.χ., ακόμη και οι πράξεις βασανιστών ανθρώπων και ζώων), ‘δίκαιο’ είναι αυτό του ισχυρού (επειδή δίκαιο απλά είναι κάτι μόνο όταν τελικά επιβάλλεται), και (αλλοίμονο!) αξιόλογη τέχνη, και μάλιστα ‘κατοχυρωμένη’ από αυτή τη φιλοσοφική αντίληψη, δεν είναι μόνο αυτή που έτυχε σε δεδομένη στιγμή να επικρατεί αλλά και κάθε άλλη που δεν έτυχε να επικρατεί, κάθε τι άλλο γενικώς!

Αλλά οι παρατηρήσεις αυτές δεν στοχεύουν στη διακήρυξη μιας επιστημονικής αντικειμενικότητας της φιλοσοφίας Απλά επιδιώκουν να ευαισθητοποιήσουν τον αναγνώστη ως προς κάποιες αναγκαίες διακρίσεις που προϋποθέτει η εξειδικευμένη ενασχόληση με κάποιο από τα αντικείμενα της.


Περί Γνώσης

Στο πρώτο κεφάλαιο, για παράδειγμα, εξετάζεται η Γνώση και τα συναφή με την έννοια αυτή ερωτήματα. Η έναρξη της φιλοσοφικής αναζήτησης εδώ, όπως βέβαια και αλλού, φυσικά και θα επιδιώξει τη ‘ρήξη’ με τυχόν αγκυλώσεις που δεσμεύουν τη σκέψη μας. Χρειάζεται όμως μεγάλη προσοχή για να κατανοήσουμε ότι τέτοιες αγκυλώσεις δεν συμπεριλαμβάνουν μόνο κάποιες πάγιες βεβαιότητες, αλλά και κάποιες πάγιες αμφιβολίες. Δεν διαπραγματευόμαστε εύκολα, παραδείγματος χάριν, την πεποίθησή μας ότι οι νόμοι της φύσης αποτελούν αδιάσειστη γνώση εφάμιλλη αυτής των λογικών αξιωμάτων. Δύσκολα όμως διαπραγματευόμαστε και τις ‘ακράδαντες’ αμφιβολίες που μας διοχετεύει ο έμφυτος σκεπτικισμός μας, αλλά και η φυσική, απ’ ότι φαίνεται, ροπή μας προς την Ηρακλείτεια ρευστότητα: ‘δεν γνωρίζουμε τίποτα εφόσον τίποτα δεν διαρκεί πάντα’, ‘η γλώσσα που μιλάμε έχει μόνο συμβατική αξία αφού θα μπορούσαμε να μιλάμε μια οποιαδήποτε άλλη’, ‘οι ηθικές αξίες είναι κάτι που είτε τις γνωρίζουμε απόλυτα, ή, δεν υπάρχουν’. Το χρέος του φιλοσόφου επομένως, πρέπει να τονίσουμε, δεν είναι να αποφεύγει τις διακρίσεις, αλλά μάλλον τη διολίσθηση προς τη γενικότητα. Το χρέος προς τη ‘ρήξη’ είναι πάνω απ’ όλα το χρέος του προς την εξόρυξη των αγκυλώσεων, κάτι που απαιτεί περισσότερο χρήση μικροσκοπίου και λιγότερο τη μεγαλόψυχη περίθαλψη των πάντων σε αχανείς φιλοσοφικούς μανδύες.

Τη Γνώση επομένως που θέλουμε να εξετάσουμε θα πρέπει στην αφετηρία της αναζήτησής μας να προσεγγίσουμε θετικά, δηλαδή, επισημαίνοντας τα προφανή εκείνα δεδομένα που στοιχειοθετούν τη δυνατότητά μας να μιλήσουμε γι’ αυτήν με άλλους, επιδιώκοντας πάνω απ’ όλα να είμαστε κατανοητοί! Η ‘βαριά’ Πλατωνική Γνωσιοθεωρία δεν εμπόδισε το Σωκράτη να ξεκινήσει το διάλογο περί Γνώσης, ακριβώς για το λόγο αυτό, από μία ελάχιστη βάση - μία κοινή αφετηρία μαζί με διάθεση για αμοιβαία κατανόηση οφείλουν να σφραγίζουν πάντα την έναρξη ενός υγιούς διαλόγου που προτάσει την έρευνα και όχι τον ... αυτοθαυμασμό. Είναι λοιπόν προφανές ότι η φιλοσοφική αναζήτηση περισσότερο από την οποιαδήποτε (κατά περίπτωση) εμπλοκή τεχνικής και μεθοδολογίας προϋποθέτει βασικές αρετές, την αρετή της πειθαρχίας της σκέψης, της καλής θέλησης, και κυρίως του σεβασμού της αντίπαλης άποψης, δηλαδή, όλα αυτά που κραυγαλέα απουσιάζουν από τη καθημερινή μας ζωή. Έστω λοιπόν η Γνώση προς διερεύνηση. Προσοχή όμως, όχι απαραίτητα κάτι «άλλο» από ‘αυτήν’, σε καμία δε περίπτωση κάτι «ασύμβατο» με την οικεία εκδοχή της έννοιας που ήδη διέπει τις απλές γνώσεις μας, π.χ., της ηλικίας ενός φίλου μας, μιας συνταγής φαγητού, του Πυθαγόρειου θεωρήματος, της πρωτεύουσας του Μαρόκου, των εκστρατειών του Μ. Αλεξάνδρου, του χάρτη του μετρό της πόλης μας, και πολλών άλλων. Απλές γνώσεις όπως αυτές πρέπει να συνεχίσουν καθ’ όλη τη διάρκεια της φιλοσοφικής αναζήτησης να αποτελούν πάγιες αναφορές στο ‘είδος’ (εδώ στην έννοια ‘Γνώση’) που έχει τεθεί ως ζητούμενο.


Για την Επιστήμη

Ας προχωρήσουμε λίγο στην Επιστήμη. Τι μπορεί η Φιλοσοφία να προσφέρει στην Επιστήμη; Γύρο από το ερώτημα αυτό βρίσκονται ριζωμένες αρκετές προκαταλήψεις. Πρώτον, ότι η Φιλοσοφία υπάρχει για να προσφέρει κάπου. Δεύτερον, αν είναι κάτι που χρειάζεται να προσφέρει ένας κλάδος, αυτό είναι γνώση. Η Φιλοσοφία δεν προσφέρει γνώση. Η Επιστήμη προσφέρει τη μόνη έγκυρη γνώση, και αν κάτι μπορεί να προσφέρει (ή, να συμβάλει) σ’ αυτήν, μόνο μέσα στην ίδια την Επιστήμη μπορεί να βρίσκεται. Άρα, η Φιλοσοφία - που ούτως ή άλλως δεν προσφέρει γνώση - ακόμη κι αν είχε να προσφέρει, ή θα ήταν άχρηστη, ή δεν θα ήταν .. .φιλοσοφική! Άξιον απορίας λοιπόν το γιατί καν ρωτάμε για τη συμβολή της Φιλοσοφίας στην Επιστήμη. Το συμπέρασμα όμως δεν πρέπει να είναι αυτό. Η σκέψη μας συχνά αιχμαλωτίζεται σε αδιέξοδα και παράδοξα όταν δρα με ζήλο ..στο κενό, δηλαδή, σε επίπεδα υπερβολικής γενίκευσης. Οριακά ίσως, μπορούμε να μιλάμε γενικά για τις επιστημονικές θεωρίες, ακόμη και για τα προβλήματα της Φιλοσοφίας, ή, τους ηθικούς κώδικες και τα θεωρήματα της Λογικής. Χρειάζεται όμως μεγάλη προσοχή όταν ξεφεύγουμε νοερά σε φανταστικούς διαλόγους γενικά μεταξύ Επιστήμης, Φιλοσοφίας, Ηθικής, και Λογικής σαν να γινόταν κυριολεκτικά μία δίκη μεταξύ κυριών που διεκδικούν τη γνήσια μητρότητα της .. .μικρής Γνώσης. Ας επιστρέψουμε λοιπόν σε συγκεκριμένα θέματα.

Η πρακτική της επιστημονικής έρευνας είναι συνυφασμένη με το πείραμα, δηλαδή, με τον εξειδικευμένο έλεγχο των επιστημονικών θεωριών που κυρίως αποτελούν με την ευρύτερη έννοια το μοχλό δράσης της επιστημονικής κοινότητας. Η φιλοσοφική παρέμβαση στο θέμα του ελέγχου των θεωριών υπήρξε κρίσιμη και ταυτόχρονα ιδρυτική (από τις αρχές σχεδόν του 20ου αιώνα) του κλάδου της Φιλοσοφίας της Επιστήμης. Διά μέσου αυτού του κλάδου αναδείχθηκαν νέοι συσχετισμοί ερωτημάτων που δρομολόγησαν την εξέλιξη άλλων συγγενών με την γενική γνωσιολογία κλάδων όπως, τη φιλοσοφία της γλώσσας, των μαθηματικών, και της λογικής, αλλά και την επανεξέταση των δυνατοτήτων εξειδικευμένης προσέγγισης ακόμη και αυτής της μεταφυσικής. Τη σύνθεση των πολλαπλών αυτών ερωτημάτων ας επιχειρήσουμε να αντιληφθούμε στη βάση της ακόλουθης συνοπτικής αναφοράς στην επιστημονική θεωρία.

Η επιστημονική θεωρία σε μία τελική της μορφή συνοψίζει μία ιδιαίτερη νοητική κατασκευή. Η ιδιαιτερότητά της έχει να κάνει με τις προσδοκίες μας γι’ αυτήν. Θεωρούμε ότι πρωτίστως οφείλει: να ταξινομεί τα φαινόμενα μιας καθορισμένης περιοχής του πραγματικού κόσμου (εννοείται του αντικειμενικά υπαρκτού και όχι ενός κόσμου της φαντασίας μας) έτσι ώστε να προάγεται η γνώση μας και να βελτιώνεται η κατανόησή μας για την περιοχή αυτή.

Όπως θα δούμε, η μάλλον αθώα, αν και ‘πυκνή’, αυτή αναφορά στην επιστημονική θεωρία (αθώα με την έννοια ότι δεν είναι προφανείς οι τυχόν αντιρρήσεις που θα προκαλούσε) θίγει ήδη τουλάχιστον τρία κρίσιμα ερωτήματα.

Πρώτον, η επιστημονική θεωρία ως νοητική κατασκευή οφείλει να αποτυπώνεται σε μία γλώσσα (κατά προτίμηση με τη μέγιστη συμβατότητα προς τη φυσική μας γλώσσα). Τι προϋποθέτει αυτή η αποτύπωση; Προϋποθέτει αυτό ακριβώς που επιβάλλουν οι προσδοκίες μας, δηλαδή, να περιγράφει στη γλώσσα αυτή την υπό διερεύνηση συγκεκριμένη περιοχή του κόσμου με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια και σαφήνεια. Εκδηλώνοντας, π.χ., το θαυμασμό μας για την ωραιότητα του ουράνιου τόξου δεν συμβάλλουμε στη συγκρότηση μιας επιστημονικής περιγραφής του φαινομένου, αν και η ‘παρατήρησή’ μας είναι απολύτως αληθής. Αν όμως εμπλουτίσουμε τις παρατηρήσεις μας και τις αναφορές μας στο φαινόμενο με όρους που επιτρέπουν καταρχήν τη διάκριση και τη διάταξη των διαφόρων χρωμάτων, και στη συνέχεια με όρους που αναφέρονται στο σχήμα, τη θέση, και άλλα ίσως στοιχεία του, τότε, δημιουργούνται οι πρώτες στοιχειώδεις προϋποθέσεις ελέγχου των παρατηρήσεών μας - διά μέσου της εμπλουτισμένης αναφοράς-περιγραφής, οι παρατηρήσεις μας αρχίζουν να ‘δεσμεύονται’, να οδηγούνται σε κρίσεις ως προς την ομοιότητα, ή, ανομοιότητα του υπό παρατήρηση φαινομένου: «[αν και (ίσως) το ίδιο ωραίο!] είναι το φαινόμενο που παρατηρώ τώρα το ίδιο ακριβώς με το προηγούμενο;». Συμπέρασμα: η συγκρότηση της ταυτότητας των φαινομένων αποτελεί προϋπόθεση για την κατασκευή της θεωρίας που στοχεύει στην ακριβή περιγραφή τους διατυπώνοντας αρχικά κρίσεις για ομοιότητες και ανομοιότητες για τις οποίες φυσικά και ελέγχεται. Και η μέριμνα αυτή αφορά κατά κύριο λόγο τη δυνατότητα της γλώσσας να ‘τεμαχίζει’ με κατάλληλο τρόπο το συνεχές της πραγματικότητας, δηλαδή κάτι που κυρίως αφορά τη φιλοσοφία της γλώσσας.

Δεύτερον, η μέριμνα αυτή όμως δεν περιορίζεται από πλευράς φιλοσοφίας της γλώσσας μόνο στον εμπλουτισμό της ορολογίας και κατ’ επέκταση στον κατάλληλο (εννοιολογικό) τεμαχισμό της πραγματικότητας. Παράλληλα (με αυτή τη μέριμνα) εξετάζεται το βαθύτερο πρόβλημα της κρίσιμης επαφής της γλώσσας με την πραγματικότητα.

Το κύρος της επιστημονικής θεωρίας ανάγεται εξ’ ολοκλήρου στη δυνατότητά της να ελέγχεται. Το αίτημα του ελέγχου παραμένει αίτημα της φιλοσοφίας της επιστήμης. Η διασφάλισή του ελέγχου όμως εξαρτάται από τη φύση της επαφής της διατυπωμένης θεωρίας με την περιοχή της πραγματικότητας που θα την ελέγξει. Οι αστρονομικές θεωρίες, π.χ., ελέγχονται από την παρατήρηση των θέσεων των πλανητών που έχουν προβλέψει. Αν οι προβλέψεις είναι ασαφείς, ή ανύπαρκτες, ο έλεγχος είναι αδύνατος και οι θεωρίες χωρίς καμία επιστημονική αξία. Οι αστρολογικές προβλέψεις της ροής των γεγονότων έχουν το ιδίωμα της ασάφειας και γι’ αυτό η αστρολογία δεν είναι αποδεκτή ως επιστήμη. Ποια είναι λοιπόν η φύση της ‘επαφής’ που διασφαλίζει τον έλεγχο και άρα την επιστημονικότητα της θεωρίας μιας περιοχής της πραγματικότητας; Η απάντηση είναι απλή και εκ πρώτης όψεως ίσως δυσάρεστη! Δεν υπάρχει ουδέτερος και ακριβής μηχανισμός προσδιορισμού της ‘επαφής’ μιας γλωσσικής περιγραφής (είτε απλής, είτε επιστημονικής) με την πραγματικότητα που προτίθεται να περιγράψει.

Το σοβαρό αυτό πρόβλημα γνωστό ως το πρόβλημα της αναφοράς, είναι κεντρικό στη φιλοσοφία της γλώσσας και αποτελεί πρόβλημα

κυρίως όταν η αναφορά μιας περιγραφικής πρότασης πρόκειται να κριθεί ψευδής - το πρόβλημα λοιπόν είναι κυρίως πρόβλημα της ψευδούς αναφοράς. Η ‘επαφή’ της περιγραφής στην περίπτωση αυτή με την πραγματικότητα - εφόσον δεχτούμε ότι επαφή υπάρχει(!) - είναι επαφή δύο ανόμοιων ‘περιεχομένων’, γι’ αυτό εξάλλου η αναφορά της περιγραφής σε κάτι ανόμοιο με αυτό που έχει πρόθεση να περιγράψει θεωρείται ψευδής. Επίσης, ο μηχανισμός επαφής θα όφειλε να στηρίζεται σε μία λογική συσχετισμού ανόμοιων. Η λογική αυτή δεν υπάρχει και άρα ούτε κάποιος apriori μηχανισμός. Αν επομένως η επιστημονική θεωρία υπόσχεται τη δυνατότητα ελέγχου της, υπόσχεται στην ουσία να μας υποδεικνύει στην πράξη που θα μπορούσε να σφάλει, δηλαδή, πως και που θα ερχόταν σε επαφή με κάτι αντίθετο από αυτό που ισχυρίζεται! Το ζήτημα αυτό θα εξετάσουμε διεξοδικότερα στο ειδικό κεφάλαιο για την ιδιαιτερότητα των αιτημάτων της επιστημονικής γνώσης.

Ας καταλήξουμε με τη διερεύνηση της δια-φιλοσοφικής αυτής συμβολής της φιλοσοφίας της επιστήμης εξετάζοντας το τρίτο (και τελευταίο προς το παρόν) θέμα.

Πρόκειται για προεκτάσεις ερωτημάτων όσον αφορά το λειτουργικό ρόλο της επιστημονικής θεωρίας σε περιοχές γενικότερων αποριών μεταφυσικού χαρακτήρα. Τι ακριβώς ‘υπόσταση’ έχουν οι επιστημονικές θεωρίες ως νοητικές κατασκευές; Με ποιο τρόπο αποτελούν - αν αποτελούν - στοιχεία μιας αντικειμενικής πραγματικότητας; Πως ακριβώς ωφελείται από αυτές η γνώση του ανθρώπου για την πραγματικότητα; Μπορούμε να χαρακτηρίζουμε τις περιγραφές αυτές ως αληθείς, ή απλά ως ‘χρήσιμες’; Είναι η πρόοδος της επιστήμης πρόοδος προς την αλήθεια, ή κάτι άλλο;

Με ερωτήματα όπως αυτά δεν μπορούμε εδώ να ασχοληθούμε περισσότερο - ούτως ή άλλως δεν ελπίζουμε άμεσα(!) στην προσέγγιση κάποιων οριστικών απαντήσεων. Στο σύνολό τους όμως είναι ενδεικτικά μιας εντυπωσιακής ‘προσγείωσης’ των μεταφυσικών αποριών που επέβαλε η φιλοσοφία της επιστήμης. Αυτό που μπορούμε άμεσα να παρατηρήσουμε με τη βοήθεια αυτού του δείγματος είναι ότι τη θέση κλασικών μεταφυσικών αποριών, όπως περί του ‘όντος’ γενικά, παίρνουν οι ‘πρακτικότερες’ απορίες για το αντικείμενο των επιστημονικών θεωριών και την εκδοχή της πραγματικότητας που οι θεωρίες αυτές μας εμφανίζουν. Επίσης, αμιγή μεταφυσικά ερωτήματα για την αποτύπωση του όντος στη συνείδηση του υποκειμένου αντανακλώνται πλέον σε πιο εξειδικευμένα ερωτήματα που αφορούν, είτε τα όρια της περιγραφικής ακρίβειας της επιστημονικής θεωρίας, ή, αλλιώς, τα όρια προσέγγισης της πραγματικότητας διά μέσου του (εννοιολογικού) τεμαχισμού της (από τις επιστημονικές νοητικές κατασκευές), είτε ακόμη, τον συνολικό μετασχηματισμό της ως ‘χρήσιμης εκδοχής’ (ή συνόλου χρήσιμων εκδοχών) που αποτυπώνεται στη συλλογική μας συνείδηση και προσδιορίζεται από συγκεκριμένες αξιακές συντεταγμένες.

Και προφανώς αφετηρία του επαναπροσδιορισμού πολλών μεταφυσικών γνωσιακών αναζητήσεων αποτελεί η έρευνα επάρκειας της αισθητηριακής εμπειρίας, ή, του ορθού λόγου ως θεμελίων της γνώσης με την οποία θα ασχοληθούμε διεξοδικότερα στο πλαίσιο της αναλυτικής φιλοσοφίας, στο πλαίσιο όπου η διαμεσολάβηση (ή, το φίλτρο) της γλώσσας συμπαρίσταται στην αφετηρία.


Για την Ηθική

Αναφερθήκαμε λίγο πριν στις αξιακές συντεταγμένες διά μέσου των οποίων αντιλαμβανόμαστε, ίσως, το σύνολο της πραγματικότητας που μας περιβάλλει ως σύνολο ‘χρήσιμων’ για μας εκδοχών αυτής της πραγματικότητας. Αυτός ο κόσμος των αξιών περιέχει τον κόσμο της ηθικής, ενδέχεται να είναι ο κόσμος της ηθικής, ένας κόσμος από τον οποίο πηγάζουν αυτόνομες και πρωτογενείς απορίες πάνω στις οποίες χτίζεται η ηθική φιλοσοφία.

Η θεμελιώδης μεταφυσική απορία στη σφαίρα της ηθικής, όπως εξάλλου και στη γνωσιολογία, στρέφεται προς την «πηγή», εδώ, την πηγή του αγαθού. Μία πολύ τολμηρή και όμως ανθεκτικότατη στο χρόνο στάση απέναντι στη θεμελιώδη αυτή απορία, είναι και πάλι Σωκρατική: η αρετή είναι γνώση, και η γνώση αρετή! Η πρόκληση προς τον σύγχρονο ορθολογισμό μας (τον ορθολογισμό που θεωρεί τη γνώση απλά ως αποθηκεύσιμη) είναι σαφής, αλλά και η ταχύτητα ‘καθόδου’ από το μεταφυσικό στοχασμό προς τη φιλοσοφική ανάλυση είναι θεαματική: αν η αρετή είναι γνώση, και άρα αποκτάται όπως η γνώση, θα πρέπει να αναζητηθούν οι κατάλληλοι δάσκαλοι - θα ήταν αφελές να πιστεύουμε ότι την αρετή μπορεί να διδάξει ο οποιοσδήποτε, πόσο μάλλον αυτός που την στερείται, όπως εξίσου αφελές και ανόητο είναι να πιστεύουμε ότι μπορεί κανείς που έχει άγνοια να διδάξει γνώση! Και αν επιμείνει κανείς θα εντοπίσει μία ακόμη κρισιμότερη ‘κάθοδο’, προσφορά της Σωκρατικής μεθοδολογίας και ρητορικής, προς την ανάλυση της αρετής και του αγαθού. Για να μπορεί κάτι να έχει σαφή αναφορά - έτσι ώστε να είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται αποτελεσματικά, να διερευνάται με ακρίβεια, ή να διδάσκεται ορθά - πρέπει να έχει τον ορισμό του. Αν η αρετή, ή το αγαθό έχουν σαφείς ορισμούς, τότε μπορούν να κατανοηθούν στη βάση των εννοιών που συμβάλλουν στον ορισμό τους αυτό. Είναι όμως μία τέτοια αναγωγή δυνατή για την αρετή, ή το αγαθό; Το ακόλουθο δίλλημα είναι διαφωτιστικό της αντίστασης που εμφανίζει κάθε απόπειρα αναγωγής τους. Έστω ότι ο Θεός είναι η πηγή κάθε αγαθού και κάθε αρετής με την αυστηρή έννοια ότι ο Θεός ορίζει το αγαθό και την αρετή. Αμέσως όμως διαπιστώνουμε ότι έτσι το φυσικό νόημα του αγαθού και της αρετής καταστρέφεται: ενάρετος είναι κάποιος που κρίνεται από τις αγαθές πράξεις του και γενικά την ενάρετη συμπεριφορά του, όχι αυτός που ‘αυθαίρετα’ χαρακτηρίζει (ορίζει) τις πράξεις του αγαθές - η θεϊκή δύναμη του ‘ορίζειν’ αντιβαίνει στην αντίληψή μας για τη φυσική αγαθότητα του Θεού. Το δίλλημα εδώ είναι ότι αν πάλι επιμείνουμε να θεωρούμε τον Θεό ενάρετο και πανάγαθο με τον ίδιο φυσικό τρόπο που θα θεωρούσαμε ανθρώπους ενάρετους και αγαθούς, μοιάζει σαν να μειώνουμε την ‘παντοδυναμία’ του στην οποία τα πάντα, του αγαθού και της αρετής συμπεριλαμβανομένων, οφείλουν να υπόκεινται. Εδώ όμως μας ενδιαφέρει μόνο το πρώτο σκέλος του διλλήματος όπου τονίζεται το αδύνατο της οποιασδήποτε αναγωγής του νοήματος της αρετής και του αγαθού, ακόμη και στην περίπτωση που η αναγωγή αυτή παραπέμπει απ’ ευθείας στη θεϊκή παντοδυναμία.

Το ενδεχόμενο αυτής της νοηματικής αυτονομίας είναι ιδιαίτερα κρίσιμο στη σύγχρονη αναλυτική προσέγγιση ειδικών θεμάτων της ηθικής φιλοσοφίας. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τη φυσική συνέχεια της σωκρατικής θέσης που ήδη αναφέραμε, της θέσης που με αφετηρία την ‘ένωση’ γνώσης και αρετής συμπεραίνει προφανώς το αδύνατο της εκούσιας επιλογής του κακού. Η φιλοσοφική διερεύνηση αυτής της δυνατότητας διεξάγεται με αμείωτο ενδιαφέρον από τότε εξ’ αιτίας και της άμεσης αντιπαράθεσης του Αριστοτέλη που θεώρησε την επιλογή αυτή, την γνωστή ως ‘ακρασία’, καταρχήν δυνατή. Το έντονο φιλοσοφικό ενδιαφέρον για το ιδιαίτερα περίπλοκο όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια ερώτημα, έχει προκαλέσει (με αφετηρία φυσικά την ένωση αρετής και γνώσης) κυρίως η εμπλοκή του με τον προγενέστερο σωκρατικό γρίφο περί πλάνης γενικώς, και μάλιστα της εξ' ορισμού ακούσιας πλάνης: αν όντως ο ορισμός της ακούσιας πλάνης ως προς το ευρύτερο πλαίσιο μιας ‘κεκτημένης’ γνώσης αποτελεί γρίφο, ο ίδιος γρίφος αναμένεται να περιβάλλει, πόσο μάλλον, την εκούσια ηθικά λανθασμένη επιλογή, επιλογή που ούτως ή άλλως είναι κατά τη σωκρατική προσέγγιση μία γνωσιακή επιλογή.

Στο σύνθετο αυτό φιλοσοφικό πρόβλημα θα επανέλθουμε στην ενότητα Γ περί Ηθικής, στο πρώτο μέρος που αφορά θεωρίες ηθικών κινήτρων, τα λεγόμενα ζητήματα Μετα-Ηθικής. Ας προσέξουμε όμως πριν προχωρήσουμε σε σχόλια για την ποιότητα της φιλοσοφικής ανάλυσης στην περιοχή της βασικής ηθικής (της ηθικής που αφορά θεωρίες όχι για το τι συνιστά ηθικό κίνητρο το τι συνιστά αγαθό, ή ‘υπέρτατο’ κριτήριο ηθικής πράξης) ότι το θέμα της εκούσιας επιλογής του ‘κακού’ που θίξαμε δεν είναι απλά μια φιλοσοφική κατασκευή. Ως πρόβλημα αντανακλάται και στον κοινό νου όπου δεν διακρίνουμε εμφανώς υπερέχουσες τάσεις. Είναι γεγονός ότι η πρώτη αντίδραση του κοινού νου φαίνεται να στηρίζει τη δυνατότητα της ακρασίας. Αλλά και τότε χωρίς ιδιαίτερη πίεση η υπαναχώρηση αποτελεί συχνό φαινόμενο. Πολλοί για παράδειγμα που αρχικά έχουν δηλώσει απερίφραστα ότι μία κλοπή, ένας φόνος, μία απάτη, είναι πράξεις κατεξοχήν συνειδητές ως προς την ανηθικότητά τους, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία υπαναχωρούν αν τους ζητηθεί να αναφερθούν με ακρίβεια, τόσο στα κίνητρα αυτών των πράξεων, όσο και στην ιδιαιτερότητα της στιγμής που οριστικά επιλέγονται. Η υπαναχώρηση (στον κοινό νου του παρατηρητή) συνίσταται στην ‘εκ των υστέρων’ αναγνώριση (ανακάλυψη) κάποιας κυρίαρχης, κατά περίπτωση, σκοπιμότητας, ως προς την οποία ο πράττων αυτο-δικαιώνεται. Ας αναλογισθούμε απλά την πληθώρα των ερμηνειών που θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στη δήλωση κάποιου «.δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.» και θα διαπιστώσουμε εύκολα το πόσο ευαίσθητη είναι η αποδοχή μιας αυθεντικής στιγμής ακρασίας, κυρίως λόγω της αυστηρότητας με την οποία προσδιορίζουμε αυτή τη ‘στιγμή’: αυθεντική ακρασία δεν υφίσταται αν επιτρέψουμε το ενδεχόμενο, έστω και στιγμιαία, της αλλαγής γνώμης (εκ μέρους του πράττοντος) για το ‘επιτρεπτό’ της επικείμενης πράξης. Τέλος, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι ως προς το πρόβλημα της ακρασίας δεν υπάρχουν εμφανείς ‘αγκυλώσεις’ τις οποίες θα είχε χρέος να ‘εξορύξει’ η φιλοσοφική ανάλυση.

Αντίθετα, στη σφαίρα της βασικής ηθικής υπάρχουν αρκετές. Οι κυριότερες συγκαταλέγονται σε δύο συνήθεις στάσεις που αν και επαρκώς διακριτές, αλληλοστηρίζονται: α) στον άκριτο σχετικισμό, και β) στον αναγωγικό αμοραλισμό. Η πρώτη αρνείται την αντικειμενικότητα των ηθικών αξιών και κριτηρίων του πράττειν, και η δεύτερη την αυτονομία του περιεχομένου των ηθικών εννοιών και φαινομένων της ηθικής συμπεριφοράς. Είναι προφανές ότι η έλλειψη αντικειμενικής υπόστασης που αρνείται ο σχετικισμός ενθαρρύνει την αναζήτηση ενός άλλου σταθερότερου υπόβαθρου στο οποίο τα ηθικά φαινόμενα ανάγονται, όπως εξάλλου, μία apriori παραδοχή της εξήγησης των ηθικών φαινομένων με όρους άλλων περιοχών (βιολογίας, χημείας, ψυχολογίας, κλπ.) επιτρέπει τη σχετικοποίηση των ηθικών πεποιθήσεων και την υποβάθμισή τους σε διακοσμητικά, δηλαδή αναλώσιμα, στοιχεία του λόγου. Ο συνδυασμός όμως των στάσεων αυτών δύσκολα θα μπορούσε να ερμηνεύσει την καθολική κατάκριση ενάντια στον βασανισμό ανθρώπων και ζώων, στη συστηματική εξαπάτηση του κόσμου από πυρήνες εξουσίας, ή ακόμη και στη μόνιμη και παγερή αδιαφορία στις ανάγκες των άλλων.

Με αφορμή το τελευταίο αυτό θέμα θα ολοκληρώσουμε την εισαγωγή τονίζοντας ότι η βασική μέθοδος της φιλοσοφικής ανάλυσης οφείλει να αποφεύγει την αναγωγή φαινομένων σε κατηγορία άλλη από αυτήν που πρωτογενώς περιγράφονται αν διαπιστωθεί ότι το (αναγωγικό) εγχείρημα καταλήγει σε αναπόφευκτες παραβιάσεις της αντίστοιχης πρωτογενούς γλώσσας. Στη σφαίρα της βασικής ηθικής, π.χ. (όπου κυρίως θα αναφερθούμε στο δεύτερο μέρος της ενότητας Γ), η φιλοσοφική ανάλυση αντιμετωπίζει συχνά τέτοιες παραβιάσεις που καλλιεργούνται από την μονιμότερη όλων των συγχύσεων, τη σύγχυση μεταξύ δικαιολόγησης και εξήγησης. Προφανώς η ηθική φιλοσοφία όχι μόνο δεν αρνείται την εξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς αλλά της είναι αναγκαία, όπως εξάλλου και κάθε άλλη επιστημονική γνώση, ώστε να διαφοροποιείται, με όσο το δυνατόν ακριβέστερο και γονιμότερο τρόπο, ως προς το κατεξοχήν ‘δικό’ της αντικείμενο, εδώ, τη δικαιολόγηση. Η εξήγηση μιας πράξης είναι πρωτίστως αντικείμενο της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας. Και η οδός προς τη σύγχυση ενθαρρύνεται από τη διαμεσολάβηση της έννοιας ‘κατανόηση’: λέμε, «δείξε κατανόηση», ή, «είναι άνθρωπος με κατανόηση», και προφανώς επικαλούμαστε ένα ιδιαίτερο ψυχικό, ή/και, ηθικό χάρισμα που εμπεριέχει και ‘υπομονή’, και που ορισμένοι άνθρωποι δείχνουν (ή θα μπορούσαν να δείξουν) με τη στάση τους ενώπιον - και εδώ χρειάζεται προσοχή - μιας λίγο, ή, πολύ, κατακριτέας (ή/και, γενικότερα προβληματικής) συμπεριφοράς! Όμως, η σχετική αμφισημία που περιβάλλει το ρήμα ‘κατανοώ’ πολλές φορές επιτρέπει τη συνωνυμία του με το ‘καταλαβαίνω’ και έτσι το ‘χάρισμα’ της εξήγησης που ‘μας βοηθάει να καταλάβουμε’ εφορμά, με όλα τα δικαιώματα που του παρέχει η αμφισημία, να αντικαταστήσει - να παραβιάσει στην ουσία -το ‘χάρισμα’ της κατανόησης.

Συμπέρασμα: το να «δείξουμε κατανόηση» σε μία συμπεριφορά δε σημαίνει ότι την δικαιολογούμε, ότι την καταξιώνουμε ηθικά, είτε κατέχουμε, είτε όχι, την πλήρη εξήγησή της. Η Μετα-Ηθική βέβαια έχει ως κύριο στόχο της την εξήγηση των ηθικών κινήτρων, και ακριβώς για το λόγο αυτό ο αναπόφευκτα αναγωγικός ρόλος της εξήγησης χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και εξαιρετικά λεπτό χειρισμό προκειμένου να αποφευχθούν τα αναγωγικά φαινόμενα με τις παρενέργειές τους ως προς την αντικειμενική υπόσταση των ηθικών εννοιών και φαινομένων.

Τολμηρά, μάλλον, υιοθετήσαμε ως αντικείμενο της ηθικής φιλοσοφίας τους κανόνες που επιτρέπουν, ή, απαγορεύουν τη δικαίωση (ή, ηθική καταξίωση) των πράξεων. Αν τώρα στο σημείο αυτό αναρωτηθεί κανείς (και πάλι) πιο είναι τελικά το αντικείμενο της φιλοσοφίας γενικά, η απάντηση, φτωχή μάλλον συγκριτικά προς το περιεχόμενο της ερώτησης, είναι: το αντικείμενο της φιλοσοφίας - γενικά - εκτείνεται αναπόφευκτα μόνο ως εκεί που η κατανόηση των φιλοσοφικών κειμένων επιτρέπει.

Πηγή: Άρης Κουτούγκος, Φιλοσοφικοί Τόποι