Θέματα φιλοσοφικά, επιστημονικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, για τον άνθρωπο. Νευροεπιστήμες, εγκέφαλος,συνείδηση και νοημοσύνη. Νίκος Λυγερός.
Όλες οι ανθρώπινες έννοιες είναι προβολές του ανθρώπινου πνεύματος γι'αυτό σε τελική ανάλυση πολλές φορές είναι απατηλές. Δεν βλέπουμε την πραγματικότητα , την αντιλαμβανόμαστε (όπως νομίζουμε εμείς πως είναι). Ο,τι βλέπουμε είναι μια ερμηνεία της πραγματικότητας, που βασίζεται σε υποκειμενικά, ελαττωματικά ή προκατειλημμένα παραδείγματα. Αυτό έχει επιπτώσεις όχι μόνο στο πώς καταλαβαίνουμε τον κόσμο, αλλά και πώς καταλαβαίνουμε τους ανθρώπους... Όταν κάποτε ρώτησαν τον Ηράκλειτο πώς γνωρίζει όσα γνωρίζει απάντησε: «ερεύνησα τον εαυτό μου». Όμως δεν αρκεί μόνο η αυτογνωσία, χρειάζεται και η εμπάθεια... O Σωκράτης, μέσω της μεθόδου διαλόγου που είχε αναπτύξει, εκμαίευε (εξ ου και Μαιευτική Μέθοδος) από τον συνομιλητή του την αλήθεια/γνώση που είχε μέσα του αλλά δεν γνώριζε. Ο άνθρωπος δε μπορει να αναζητά αυτό που δε γνωρίζει γιατί τότε δεν ξέρει τί να αναζητήσει αλλά ούτε αυτό που γνωρίζει μπορεί να αναζητά γιατί το ξέρει ήδη. Ο άνθρωπος τίποτε νέο δε μαθαίνει, παρά μόνο παίρνει συνείδηση των όσων ήδη γνωρίζει. Η γνώση (μάθηση) είναι ανάμνηση (ενθύμιση) , υπάρχει λοιπόν η ανάμνηση μέσα μας...

Η στιγμή της ελευθερίας

Η στιγμή της ελευθερίας Ο Φίχτε, ο Σέλινγκ, ο Χέγκελ και τα κεφαλαιώδη ζητήματα του νοός, του πνεύματος, της συνείδησης, του εγώ και του υποκειμένου.
Ο Φίχτε, ο Σέλινγκ, ο Χέγκελ και τα κεφαλαιώδη ζητήματα του νοός, του πνεύματος, της συνείδησης, του εγώ και του υποκειμένου.

Το φιλοσοφικό κίνημα που ονομάστηκε γερμανικός ιδεαλισμός έχει ακριβή ημερομηνία γέννησης το 1781, το έτος που δημοσιεύθηκε η Κριτική του καθαρού λόγου του Καντ, ενώ φαίνεται ότι λήγει, τουλάχιστον με την κλασική του μορφή, το 1821, με την έκδοση της Φιλοσοφίας του δικαίου του Χέγκελ. Χωρίς να υποτιμήσει κανείς όλους τους στοχαστές που έχουν τη θέση τους στο πνευματικό αυτό κίνημα, για λόγους οικονομίας θα αναφερθούμε στους σημαντικότερους: Φίχτε, Σέλινγκ, Χέγκελ, των οποίων τα έργα, όπου κυρίαρχο ρόλο παίζει η έννοια της ελευθερίας, σφράγισαν τη φυσιογνωμία των φιλοσοφικών προβλημάτων της σύγχρονης δυτικοευρωπαϊκής σκέψης. Ετσι, η κριτική της θρησκείας, της ιστορίας, της πολιτικής οικονομίας, καθώς και οι νεότερες κοινωνικές θεωρίες, ο βιολογισμός, ο θετικισμός αλλά και η υπαρξιακή οντολογία του Χάιντεγκερ, βρίσκονται σε διάλογο με τον συμπαγή λόγο του γερμανικού ιδεαλισμού.

Ανατρέχοντας εν συντομία στην προϊστορία του διαπιστώνουμε ότι ο γερμανικός στοχασμός θα κάνει τα πρώτα του βήματα στο ορισμένο πλαίσιο της χριστιανικής θεολογίας, ενώ μόνο στη συνέχεια θα ανακαλύψει την οδό που οδηγεί στη φιλοσοφική επιστήμη, ερμηνεύοντας εκ των υστέρων τις απαρχές του από τη σκοπιά της οντολογίας και της νοολογίας. Στην προοπτική αυτή και στην προσπάθειά του να ορίσει την πνευματική του ταυτότητα ο γερμανικός ιδεαλισμός θα στραφεί σε κεφαλαιώδη ζητήματα όπως ο νους, το πνεύμα, η συνείδηση, το εγώ, το υποκείμενο, ανασυντάσσοντας τόσο το περιεχόμενό τους όσο και τη διαπλοκή τους.

Ηδη στη μυστική του θεολογία ο Meister Eckhart, διδάσκοντας ότι ο Πατήρ γεννά τον Υιό του μέσα στην ψυχή μου, κάνει ένα βήμα προς την εσωτερικότητα του ανθρώπου, την οποία θεωρεί σημείο διαμεσολάβησης του Πατρός με τον Υιό ή του Θεού με τον εαυτό του. Ο Nicolaus Cusanus θα υποστηρίξει ότι η ανθρώπινη νόηση παράγεται διά μέσου της μέθεξης με τη θεϊκή ενότητα· αλλά το σημείο της μέθεξης αυτής είναι η υποκειμενικότητα και η συνακόλουθη ανεπάρκεια της ανθρώπινης νόησης έναντι της θεϊκής. Ετσι, η νόηση θεμελιώνεται αλλά το θεμέλιο είναι η ομολογία της αγνωσίας του Απόλυτου. Ο Λούθηρος, τέλος, επιχειρεί να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά της εξωτερικής εξουσίας και να τον ξαναδέσει με τον ακατάλυτο δεσμό που είναι η εσωτερικότητα της ηθικής συνείδησης. Τούτη 'δώ εδράζεται στην υποκειμενικότητα, στην οποία εκδηλώνεται ο λόγος του Θεού.

Οι προηγούμενοι δρόμοι ορίζουν τη διαδρομή που θα οδηγήσει στη φιλοσοφία της συνείδησης, κατεύθυνση στην οποία το τελευταίο βήμα γίνεται από τον Λάιμπνιτς. Η φιλοσοφία των λογικών αρχών της γνώσης που εισηγείται ο τελευταίος είναι προσανατολισμένη στην πεποίθηση ότι το αρχιμήδειο σημείο της γνώσης εν γένει είναι η λογική συνείδηση, με βάση την οποία μπορεί να διερευνηθεί η φύση στο σύνολό της. Ο Λάιμπνιτς διδάσκει ότι η γνώση απορρέει από τη συνείδησή της, ακόμη και στην περίπτωση που η τελευταία είναι ασαφής και συγκεχυμένη. Καθίσταται έτσι σαφής η αρχή ότι η γνώση δεν παραπέμπει στην πραγματικότητα χωρίς η ίδια να έχει προηγουμένως συγκροτηθεί ως υποκειμενικότητα.

Το έδαφος είναι ήδη έτοιμο για την καντιανή επανάσταση, που θα στραφεί πρωτίστως στην έννοια του υποκειμένου. Τούτο 'δώ θα οριστεί από τον Καντ ως απόλυτη ενότητα της συνείδησης, η οποία, με τη σειρά της, συνδέει τις έννοιες μεταξύ τους ώστε να παράγουν κρίσεις, συγκροτώντας τα πράγματα του κόσμου σε αντικείμενα της εμπειρίας μας. Με τον τρόπο αυτόν όμως η ενότητα της συνείδησης καθίσταται ικανότητα παραγωγής της αντικειμενικότητας. Απλούστερα: έχουμε ικανότητες και μπορούμε να τις ασκήσουμε· και όποιος μπορεί κάτι είναι ελεύθερος να το πράξει. Αποκαλύπτονται έτσι η πραξιολογική ρίζα της καντιανής κριτικής και ο καθοριστικός ρόλος του πρακτικού λόγου.

Ακριβώς στον καθοριστικό αυτόν ρόλο θα επιμείνει ο Φίχτε, για τον οποίο λόγος σημαίνει πρωτίστως βούληση και πράξη. Στην προοπτική αυτή, ο πρακτικός λόγος δεν έχει άλλο αντικείμενο πέρα από αυτό που ο ίδιος δημιουργεί ως δύναμη που ενεργεί. Αλλά το αντικείμενο αυτό είναι ο ηθικός νόμος, σκοπός και επιθυμία της βούλησης, η οποία τον μεταμορφώνει, διά μέσου της πράξης, σε αντικειμενικό κόσμο. Ετσι, το σύνολο του θεωρητικού λόγου υπάγεται, σύμφωνα με τον Φίχτε, στον πρακτικό λόγο που έχει πια κερδίσει την αρχή της αυτονομίας του. Από τη σκοπιά αυτή, ο αυτόνομος πρακτικός λόγος γίνεται πράξη του ανθρώπινου εγώ για την ελευθερία του, η οποία δεν είναι άλλο πράγμα από τον αυτοπροορισμό του ανθρώπου. Τελικά, πράττω σημαίνει τελειοποιούμαι, αναζητώντας την αιτία του κόσμου μέσα στον εαυτό μου. Αλλά η αναζήτηση αυτή, με τη σειρά της, δεν είναι άλλο πράγμα από τη φιλοσοφία, η οποία για πρώτη φορά στην ιστορία της νεότερης σκέψης αναζητά τη Λογική της ως έμπρακτο λόγο.

Η αυτονόμηση του πρακτικού λόγου και η πίστη στον απόλυτο και απελευθερωτικό χαρακτήρα της ανθρώπινης πράξης, έννοιες ρομαντικές στη βάση τους, ανασκευάζονται στην αρχή από τον πρώιμο Σέλινγκ και, στη συνέχεια, από τον Χέγκελ. Οι παρεμβάσεις τους δίνουν και πάλι τα πρωτεία στη θεωρία, στην οποία υποτάσσουν την πρακτική βούληση. Η θεωρητική φιλοσοφία προσδιορίζει τώρα την έννοια της ελευθερίας όχι μόνο ως βούληση αλλά ως νόηση νοήσεως, επαναλαμβάνοντας τη γνωστή κατηγορία του Αριστοτέλη. Στην τροπή που παίρνει με τον Σέλινγκ και τον Χέγκελ ο γερμανικός ιδεαλισμός υποστηρίζει ότι η φιλοσοφία παρερμηνεύεται όταν αξιολογείται με μοναδικό μέτρο την πρακτική βούληση, μια και ο φιλοσοφικός λόγος, τόσο από τη φύση του όσο και από πρόθεση, σκοπεύει στην καθαρή νόηση.

Η φιλοσοφία που εισηγείται ο Σέλινγκ, παρ' όλο που ξεκινά ως κριτική υποδοχή των αντιλήψεων του Φίχτε, καταλήγει σε ένα είδος δραματικής σύγκρουσης με τον ορθολογισμό και τις εννοιολογικές απαιτήσεις του. Στην προσπάθειά του να αντικρούσει τον Φίχτε και τον επιστημολογικό χαρακτήρα που ο τελευταίος προσδίδει στον φιλοσοφικό στοχασμό, ο Σέλινγκ προκρίνει μια αρχή εντελώς ασύμβατη με το ιδεώδες της νόησης. Πρόκειται για την αρχή της νοητικής εποπτείας, η οποία διασταυρώνεται με το απόλυτο, το αναπόδεικτο, το απολύτως άμεσο και το προφανές. Η νοητική εποπτεία είναι η κίνηση με την οποία το απόλυτο νοείται πριν από τον λόγο και ­ κυρίως ­ εκτός λόγου, σε ένα είδος χαρισματικής ενόρασης που ακυρώνει τελικά τη γνωστική διαδικασία μέσω εννοιών. Η αντίληψη του κόσμου είναι, κατά βάση, θέμα ενορατικής διαδικασίας και η πραγματικότητα επιστρέφει στην προκαντιανή της αφέλεια. Ως μετακαντιανός μυστικισμός, η φιλοσοφία του Σέλινγκ θα αποτελέσει τη μήτρα για όλες τις συναφείς προσπάθειες που σκοπεύουν στην ανατροπή της κριτικής φιλοσοφίας.

Δεν είναι παράξενο, ύστερα από τον Σέλινγκ, ότι ο Χέγκελ θεωρεί εξαιρετικά επείγον το πρόβλημα των σχέσεων της έλλογης νόησης με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα ή, απλούστερα, τη σχέση του λόγου με την πραγματικότητα στο σύνολό της. Ετσι, η φιλοσοφία του Χέγκελ, στον οποίο πολλοί αναγνωρίζουν τον τελευταίο κλασικό φιλόσοφο, αγκαλιάζει την πραγματικότητα ως όλον, του οποίου φιλοδοξεί να γίνει η συστηματική θεωρία, με την ετυμολογική σημασία που έχει η τελευταία λέξη. Στην προοπτική αυτή, η φιλοσοφία παρουσιάζεται ως σύστημα, με την αυστηρή σημασία του όρου, ως όλον δηλαδή του οποίου τα μέρη αποτελούν μέλη που το καθένα παίρνει το νόημά του από τα άλλα και όλα μαζί από το σύνολο. Ο συστηματικός χαρακτήρας της χεγκελιανής φιλοσοφίας παρουσιάζεται ως Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών, η οποία υποδιαιρείται σε τρεις στιγμές: στη Λογική, όπου το Πνεύμα μιλά τη γλώσσα του στην καθαρή της μορφή, ορίζοντας το ίδιο τη γραμματική και το συντακτικό της· στη Φιλοσοφία της Φύσης, στιγμή της αλλοτρίωσης όπου το Πνεύμα αποξενώνεται από τον εαυτό του· τέλος, με τη Φιλοσοφία του Πνεύματος συμπληρώνεται η τρίτη στιγμή, όπου το Πνεύμα επιστρέφει στον εαυτό του και αυτοαναγνωρίζεται ως Δίκαιο, Ηθική, Τέχνη, Θρησκεία και Φιλοσοφία.

Ετσι, το φιλοσοφικό σύστημα του Χέγκελ παρουσιάζεται ως μεγαλειώδες «έπος του πνεύματος» καθώς, στην προσπάθειά του να γνωρίσει τον εαυτό του, το πνεύμα παράγει διαδοχικά όλες τις μορφές της πραγματικότητας: κατ' αρχήν τον μηχανισμό της σκέψης του, στη συνέχεια τη φύση και, τέλος, την ίδια την ιστορία.


Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ πολιτισμός - http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=128087